Το κρυφό τσιμπούσι, ο πρώτος γλωσσικός μύθος
Οι γλωσσικοί μύθοι είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου μας, και όχι άδικα αφού το Διαδίκτυο αποτελεί, δυστυχώς, προνομιακό χώρο διάδοσης των κάθε λογής μύθων, μαζί και των γλωσσικών, στους οποίους εμείς οι Έλληνες έχουμε μιαν ευπάθεια.
Ωστόσο, ο μύθος που θα δούμε σήμερα γεννήθηκε πολλές δεκαετίες πριν από το Διαδίκτυο, κατά πάσα πιθανότητα αρκετές δεκαετίες πριν και από τον «μύθο της μίας ψήφου«, που χρονολογείται μάλλον από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το σημερινό άρθρο θα μας φέρει πιο πίσω, στις αρχές του 20ού αιώνα.
Όσοι συζητούν σήμερα για το γλωσσικό ζήτημα, δύσκολα μπορούν να συλλάβουν την οξύτητα που είχε προσλάβει στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα η γλωσσική αντιπαράθεση. Η Ελλάδα μάλιστα έχει τη θλιβερή διάκριση να έχει θρηνήσει νεκρούς ύστερα από διαδηλώσεις που είχαν ως αφορμή το γλωσσικό ζήτημα, εννοώ τα Ευαγγελικά του 1901 και τα Ορεστειακά του 1903.
Για να θυμίσω τους όρους, Ευαγγελικά είναι οι ταραχές που ξέσπασαν με αφορμή τη δημοσίευση της μετάφρασης του Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο από τον Αλέξανδρο Πάλλη στην εφημ. Ακρόπολις, ενώ Ορεστειακά οι αντίστοιχες ταραχές όταν ανεβηκε η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση. Για να περιοριστούμε στα Ευαγγελικά, που έθεταν και το πιο σύνθετο πρόβλημα, εφόσον άγγιζαν όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη θρησκεία, πρέπει να αναφέρουμε ότι είχε προηγηθεί, με ενθάρρυνση της βασίλισσας Όλγας, μια μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τη γραμματέα της, την Ιουλία Καρόλου, σε απλή καθαρεύουσα. Η μετάφραση αυτή συνάντησε τις αντιρρήσεις της Ιεράς Συνόδου, τελικά εκδόθηκε σε 1.000 αντίτυπα το 1900 που μοιράστηκαν σε νοσοκομεία κτλ. και γενικά πέρασε απαρατήρητη.
Δεν έγινε το ίδιο με τη μετάφραση του Πάλλη, που άρχισε να δημοσιεύεται στην Ακρόπολι του πρωτοπόρου Βλάση Γαβριηλίδη -όχι μόνο επειδή ο Πάλλης χρησιμοποιούσε ανόθευτη, ψυχαρική δημοτική -«μαλλιαρή» με την ορολογία της εποχής- αλλά και διότι οι άλλες εφημεριδες βρήκαν την ευκαιρία να χτυπήσουν την ανταγωνίστριά τους κι έτσι εξαπέλυσαν εκστρατεία εναντίον του «ατοπήματος».
Από τα Ευαγγελικά, ακριβώς, ξεπήδησε ο μύθος που θα μας απασχολήσει σήμερα, ότι τάχα ο Πάλλης στη μετάφρασή του χρησιμοποιούσε ακραίες, όχι απλώς της δημοτικής αλλά επί πλέον χυδαίες, αγοραίες λέξεις και φράσεις για να αποδώσει το κείμενο των Ευαγγελίων.
Έτσι, κατηγορήθηκε η μετάφραση του Πάλλη ότι:
- τον «Μυστικό δείπνο» τον έχει αποδώσει «κρυφό τσιμπούσι»
- το «τας κεφαλάς ημών τω Κυρίω κλίνωμεν» το έχει πει «κάτω τις κούτρες σας»
- το «μνήσθητί μου, κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου» το έχει κάνει «θυμήσου με αφέντη όταν έρθεις στα πράματα»
και άλλα πολλά.
Στην πραγματικότητα, δηλαδή, δεν έχουμε έναν μεμονωμένο μύθο αλλά μία «γλωσσική μυθολογία» όπως την έχει χαρακτηρίσει ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης. Λέγοντας γλωσσική μυθολογία εννοούμε τη συκοφαντική επινόηση λέξεων και φράσεων που δήθεν έπλασαν οι δημοτικιστές για να αποδώσουν λέξεις ή φράσεις του Ευαγγελίου (ή αρχαίες, ή της καθαρεύουσας) αλλά που στην πραγματικότητα οι δημοτικιστές ουδέποτε χρησιμοποίησαν, και τη συνακόλουθη αναπαραγωγή των συκοφαντιών αυτών από εφημερίδες, πολιτικούς ή τον απλό κόσμο.
Επειδή το στοιχείο της συκοφαντίας είναι πρωταρχικό (σε αντίθεση, ας πούμε, με το μύθο της μίας ψήφου ή το Λερναίο κείμενο) έχω παλιότερα γράψει ότι οι μύθοι της «αντιμαλλιαρής» αυτής εκστρατείας μάλλον συκοφαντίες πρέπει να θεωρούνται. Υπάρχει όμως και το στοιχείο του μύθου.
Από τα τρία παραδείγματα που παρέθεσα, το πιο διασκεδαστικό ασφαλώς είναι το τρίτο («θυμήσου με αφέντη όταν έρθεις στα πράματα»), ίσως όμως επειδή είναι τόσο εξωφρενικό δεν έγινε τόσο πολύ πιστευτό, ενώ το «κρυφό τσιμπούσι», με το να μην είναι τόσο κραυγαλέο, αναπαράχθηκε πολύ περισσότερο και, όπως θα δούμε, εξακολουθεί και στις μέρες μας να θεωρείται από κάποιους πραγματικό γεγονός και όχι μύθος.
Η αντιμαλλιαρή, όπως την είπα, γλωσσική μυθολογία δεν περιορίστηκε φυσικά σε όρους του Ευαγγελίου. Θα έχετε ίσως ακούσει τον Κώτσο τον Παλιοκουβέντα, όπως υποτίθεται ότι λέγανε οι «μαλλιαροί» τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ή την Κεχριμπάρα (= Ηλέκτρα).
Για να κάνουμε και μια αναδρομή, το προανάκρουσμα της μυθολογίας αυτής το συναντάμε όταν κυκλοφόρησε, στα 1898, το περιοδικό Τέχνη του Κώστα Χατζόπουλου. Ήταν περιοδικό πρωτοποριακό από πολλές απόψεις: γλωσσικά, επειδή ήταν το πρώτο που γραφόταν εξ ολοκλήρου σε δημοτική, αλλά και καλλιτεχνικά καθώς ήταν ανοιχτό στα νέα ρεύματα. Η Τέχνη σόκαρε τους πιο συντηρητικούς κι έτσι από τα πρώτα της τεύχη η Εστία άρχισε να παραλλάζει τον τίτλο της σε «Μαστοροσύνη».
Αυτό το πρώτο ανώδυνο κανείς παράδειγμα είναι χαρακτηριστικό για τον τρόπο σκέψης του καθαρευουσιάνου γλωσσαμύντορα: αρνείται στη δημοτική γλώσσα το δικαίωμα να χρησιμοποιεί λέξεις λόγιες· σαν να λένε στον «μαλλιαρό»: αφού τον τεχνίτη τον λες μάστορα την τέχνη πρέπει να την πεις μαστοροσύνη. Για να είμαστε όμως δίκαιοι, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο εφευρέτης της «μαστοροσύνης» απλώς έκανε πλάκα, παρωδούσε τη μέθοδο των δημοτικιστών. Δεν προσπαθούσε να πείσει το κοινό του ότι οι δημοτικιστές όντως χρησιμοποιούν τη λέξη «Μαστοροσύνη», αλλά εννοούσε ότι «τέτοιοι που είναι, είναι ικανοί και την Τέχνη να την πουν Μαστοροσύνη».
Οι επόμενοι μυθοπλάστες δεν είχαν τέτοιες αναστολές –έπλαθαν μύθους για να βλάψουν τους αντιπάλους τους, διατείνονταν ότι οι μαλλιαροί όντως χρησιμοποιούν τέτοιες χυδαίες λέξεις και φράσεις για τα ιερά και τα όσια του έθνους, οι δε επινοήσεις τους χρησιμοποιήθηκαν σε αγορεύσεις της Βουλής, σε δημόσιες ομιλίες και σε εκκλήσεις για δίωξη των αντεθνικώς σκεπτόμενων. Το πρώτο κύμα της μυθολογίας ήρθε το 1901-1903, μια αναζωπύρωση είχαμε το 1911, με την ευκαιρία της συζήτησης για τη συνταγματική κατοχύρωση της καθαρεύουσας, ενώ και στα χρόνια 1917-26 με τις διαδοχικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και αντιμεταρρυθμίσεις είχαμε μιαν ακόμα αναζωπύρωση.
Σήμερα που το γλωσσικό ζήτημα έχει οριστικά λυθεί, μπορούμε να διασκεδάζουμε με την αντιμαλλιαρή γλωσσική μυθολογία, διότι μερικές επινοήσεις είναι πράγματι διασκεδαστικές. (Για το θέμα έχει γράψει κατ’ επανάληψη ο Μαν. Τριανταφυλλίδης, από τον οποίο έχω αντλήσει πολλά στοιχεία).
Για παράδειγμα, κατά τους μυθοπλάστες η υποτείνουσα στη γεωμετρία λέγεται τάχα «αποκατινή τεντώστρα» ή «κατωτεντώστρα» από τους δημοτικιστές (υπό = κάτω, τείνουσα = τεντώστρα). Υπάρχει άλλωστε και διατύπωση ολόκληρου του Πυθαγορείου θεωρήματος στα μαλλιαρά:
Καθενού ορθάγκωνου τριάγκωνου το τεσσαράγκωνο της αποκατινής τεντώστρας είναι όσο και τα τεσσαράγκωνα των δυο αλλονών παϊδιών του. Προσοχή στα διαλυτικά: παϊδιών λέει, όχι παιδιών. Παΐδια, οι πλευρές, διότι τάχα ο δημοτικιστής δεν μπορεί να χρησιμοποιεί λόγιες λέξεις. Ότι πρόκειται για συκοφαντία, φαίνεται και από το γεγονός πως ο Ελισαίος Γιανίδης, κορυφαίος «μαλλιαρός», έγραψε περι γεωμετρίας και χρησιμοποίησε, φυσικά, τον όρο «υποτείνουσα». Στο ίδιο πνεύμα, το τηλεγράφημα υποτίθεται πως ειπώθηκε «γοργοχάμπερο» και το χρηματοκιβώτιο «πρασινοκούτι».
Τις μέρες της έντονης αντιπαράθεσης του 1911, στην εφημερίδα Βόσπορος δημοσιεύτηκε άρθρο που κατηγορούσε τους δημοτικιστές ότι, παρόλο που «τιθενται υπό την αιγίδα του Σολωμού» ωστόσο μεταφράζουν «εις χυδαίαν γλώσσαν» τον εθνικό ποιητή. Κι έτσι, αντί «Την είδα την Ξανθούλα, την είδα ψες αργά, που μπήκε στη βαρκούλα, να πάει στην ξενιτειά» (εδώ οι στίχοι αν δεν τους θυμάστε), υποτίθεται ότι το μετέφρασαν:
Τη μπάνισα την Ξανθούλα,
τη μπάνισα ψες σουρουπωτά,
που γιούρνταρε στη βαρκούλα
για πούλεμα στην ξενιτειά.
Ετούρλωνε ο αέρας
τα ολόασπρα πανιά,
ντάλε κουάλε περιστέρα
ξαπλώνοντας φτερά.
Στέκοντο τα βλαμάκια
με χλίψη με ορεξιά
και δαύτη με μαντίλι
όλους ξεπροβοδά
Μοιάζει για παρωδία αλλά δεν γράφτηκε με σκοπό την παρωδία αλλά για να γίνει πιστευτό -εδώ «υπερμαλλιαρίζονται» ακόμα και λαϊκότατες λέξεις (μπήκε, να πάει, είδα, φίλοι!) και αντικαθίστανται από βλάμικο λεξιλόγιο. Θα ήταν ενδιαφέρον σαν άσκηση ύφους αλλά να θυμόμαστε ότι χρησιμοποιήθηκε σαν πολεμικό όπλο.
Για να μην είμαστε μονομερείς, πρέπει να αναφέρουμε ότι και ο Πάλλης (που μετέφρασε και την Ιλιάδα) και άλλοι δημοτικιστές δεν απέφυγαν τις υπερβολές και τις ακρότητες είτε στις μεταφραστικές τους επιλογές είτε στην προσπάθεια για δημιουργία ορολογίας -το «καρβουνικό ξινό» ας πούμε ειπώθηκε πράγματι, δεν είναι επινόηση των γλωσσαμυντόρων. Και άλλες υπερβολές υπάρχουν, είναι όμως πολύ χαρακτηριστικό ότι καμιά από αυτές τις υπαρκτές υπερβολές δεν μπήκε στη φαρέτρα των γλωσσαμυντόρων -μόνο κατασκευές χρησιμοποιήθηκαν, μόνο συκοφαντίες.
Ας επιστρέψουμε όμως στο «κρυφό τσιμπούσι». Ξεχώρισα αυτόν τον μύθο από τους άλλους τους σχετικούς με τα Ευαγγελικά, λόγω της μακροβιότητάς του, που οφείλεται όπως είπα και στο ότι η επινόηση δεν είναι εξωφρενική. Ο Κώτσος ο Παλιοκουβέντας ή το «θυμήσου με αφέντη όταν έρθεις στα πράματα» είναι πολύ πιο γουστόζικα -αλλά και γι’ αυτό ενώ τα λέμε και σήμερα καμιά φορά για να γελάσουμε δεν νομίζω να πιστεύουν πολλοί ότι όντως ειπώθηκαν.
Ότι το «κρυφό τσιμπούσι» είναι μύθος, ότι δεν έγραψε ο Πάλλης στη μετάφρασή του τέτοιο πράγμα, αποδεικνύεται πολύ εύκολα και χωρίς να φυλλομετρήσουμε τη μετάφραση του Πάλλη.
Πουθενά στο κείμενο της μετάφρασης του Πάλλη δεν υπάρχει η επίμαχη φράση, και δεν θα μπορούσε να υπάρχει, διότι απλούστατα στα τέσσερα ευαγγέλια (που μετέφρασε ο Πάλλης) αλλά και σε ολόκληρη την Καινή Διαθήκη δεν υπάρχει πουθενά η φράση «Μυστικός δείπνος»! Και βέβαια, αν δεν υπάρχει το πρωτότυπο δεν μπορεί να υπάρχει και η κατακριτέα μετάφραση!
Κι όμως, αυτό το ψέμα έριξε γερές ρίζες. Το επανέλαβε, ας πούμε, ο Γεώργιος Σουρής, τέσσερα χρόνια μετά, όταν, χολωμένος από μια αρνητική κριτική που του είχε κάνει ο Ψυχάρης, επιτέθηκε εφ’ όλης της ύλης στους «μαλλιαρούς»:
Σου’πα: τους ρυθμούς παράτα των πεζών των αναπαίστων
και τον Μυστικό τον Δείπνο Μυστικό Τσιμπούσι πες τον
(Ρωμηός τ. 877, 29.1.1905)
Ο Σουρής χρησιμοποιεί την παραλλαγή «μυστικό τσιμπούσι» (αντί για «κρυφό» που ήταν το πιο συνηθισμενο) για να πετύχει το μέτρο.
Αλλά και το 1911, όταν συζητιόταν στη Βουλή η νομοθετική κατοχύρωση της καθαρεύουσας, ο ανώτερος εκπαιδευτικός Θ. Μιχαλόπουλος τόνισε ότι ο λαός εξεγέρθηκε με τη μετάφραση που αναφέρει ότι τη Μεγάλη Πέμπτη ο Χριστός έκανε «κρυφό τσιμπούσι». Και το 1915, ο πολύς Μιστριώτης άστραφτε και βροντούσε επειδή δήθεν «ευρέθησαν άνθρωποι εκ των σπλάγχνων του ελληνικού λαού απειλούντες την ενότητα της φυλής ημών διά του εκχυδαϊσμού της γλώσσης και γελοιοποιήσεως των θεοδιδάκτων λόγων του Ευαγγελίου οίτινες είχον το θράσος να μεταβάλωσι και τον μυστικόν δείπνον εις κρυφό τσιμπούσι!!!!»
Ακόμα και η Ιουλία Καρόλου, που όπως είπαμε παραπάνω είχε επίσης μεταφράσει την Καινή Διαθήκη πριν από τον Πάλλη σε απλή καθαρεύουσα, και που επίσης είχε δεχτεί επικρίσεις, γράφοντας αργότερα κατακεραύνωσε την «αφαντάστου χυδαιότητος» μετάφραση του Πάλλη επαναλαμβάνοντας τη συκοφαντία: «Αρκεί να είπω ότι τον «Μυστικόν Δείπνον» μετέφραζεν «κρυφό τσιμπούσι»»
Ακόμα και σήμερα, 116 χρόνια μετά, διαβάζει κανείς πότε-πότε επιβιώσεις του μύθου, π.χ. στον τίτλο άρθρου της (όχι και τόσο έγκυρης, δυστυχώς) Μηχανής του χρόνου. Αλλά πριν ρίξουμε την πέτρα στη Μηχανή του χρόνου, να επισημάνουμε ότι και ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Ράλλης, που επί υπουργίας του, μην το ξεχνάμε, θεσπίστηκε το 1976 η ιστορική γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση που αναγνώρισε τη δημοτική, βιογραφώντας τον Γ. Θεοτόκη (στο βιβλίο του «Γεώργιος Θεοτόκης. Ο πολιτικός του μέτρου) αναπαράγει επίσης το ψέμα για το Κρυφό Τσιμπούσι -αναφέρει ότι «Ο Πάλλης είχε μεταχειριστεί χυδαία γλώσσα και είχε εξοργίσει τους φοιτητές, τον πνευματικό κόσμο και βέβαια τους «αρχαϊστές»» και προσθέτει σε υποσημείωση «Ο μυστικός δείπνος έχει γίνει «κρυφό τσιμπούσι» στη μετάφραση του Πάλλη».
Και τ. πρωθυπουργοί ακόμα δεν έχουν ανοσία στους μύθους!
from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία
Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου