Ερωτόκριτος

Μεθαύριο είναι του Αγίου Βαλεντίνου, γιορτή των ερωτευμένων υποτίθεται. Το ιστολόγιο άλλες χρονιές αδιαφορούσε για τη γιορτή, μια και το έθιμο, εμείς οι παλιότεροι, το μάθαμε όταν πια είχαμε μεγαλώσει -πέρυσι όμως βάλαμε ποιήματα για τη μέρα των ερωτευμένων, και φέτος είπα να αφιερώσω ένα άρθρο στον Ερωτόκριτο, το αριστούργημα αυτό της κρητικής ποίησης, που όχι λίγοι λόγιοι το έχουν παραλληλίσει με την Ιλιάδα, όπως ο Μαλακάσης που τον αποκάλεσε «Όμηρο της Ρωμιοσύνης», ενώ ο Σεφέρης έγραψε ότι η γλώσσα του είναι «η τελειότερα οργανωμένη γλώσσα που άκουσε ο μεσαιωνικός και ο νεότερος ελληνισμός».

Βέβαια πολλοί καθαρευουσιάνοι τον απέρριψαν. «Εξάμβλωμα» τον χαρακτήρισε ο Κοραής και τον παρομοίασε με την ασκημομούρα υπηρέτρια [δυσειδή θεράπαινα] που μόνο καλό έχει ότι μας μπάζει στην κάμαρα της πανέμορφης αρχοντοπούλας, της αρχαίας, ενώ ο Οικονόμος εξ Οικονόμων βρήκε πολλές αρετές στο έργο αλλά έψεξε την «ακάθαρτον και ακαλλιέργητον» γλώσσα του, την ίδια γλώσσα που ο Κοδρικάς αποκάλεσε «δυσειδή».Κάποιοι επιχείρησαν να τον μεταφράσουν στην καθαρεύουσα (Διονύσιος Φωτεινός, «Νέος Ερωτόκριτος», 1818 και αλλοι).

Ο Ροΐδης στα Είδωλα παινεύει τη γλώσσα του Ερωτόκριτου και γράφει: «Εις την μακροτέραν της Ιλιάδος εποποιίαν του Κορνάρου ούτε πεντήκοντα ηδυνήθημεν να σημειώσωμεν ξένας λέξεις…» Παραξενεύτηκε ο Πολυλάς, πώς χαρακτηρίζει τον Ερωτόκριτο (περίπου 10.000 στίχοι) μακρότερο από την Ιλιάδα (15.690), αλλά ο Ροΐδης απάντησε ότι 5600 στίχοι της Ιλιάδας είναι επαναλήψεις.

Ο Γ. Χατζηδάκης, καθαρευουσιάνος μεν αλλά κρητικός, παίνεψε το έργο του Κορνάρου και το παραλλήλισε κι αυτός με τον Όμηρο: «όπως ελέχθη περί του Ομήρου ότι απ’ αρχής μέχρι τέλους ‘έπαινος αρετής εστίν’, ούτω λεκτέον και περί του Ερωτοκρίτου».

Ο Ερωτόκριτος είναι ποιητική μυθιστορία σε πέντε μέρη. Η υπόθεση υποτίθεται ότι εκτυλίσσεται στην αρχαία Αθήνα, αλλά αυτό είναι καθαρά προσχηματικό -ο Κορνάρος ούτε νοιάζεται να αποφύγει αναχρονισμούς. Πρότυπό του είναι το γαλλικό ιπποτικό μυθιστόρημα Paris et Vienne, που όμως ο Κορνάρος (που μάλλον το γνώρισε από ιταλική μετάφραση) το μετάπλασε με πολλή δύναμη και θεωρείται ότι το ξεπέρασε. Το έργο περιστρέφεται γύρω από τον έρωτα των δυο πρωταγωνιστών του, του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας. (Μια λεπτομέρεια: σε όλο το έργο ουδέποτε ο πρωταγωνιστής αποκαλείται ‘Ερωτόκριτος’. Πάντα ‘Ρωτόκριτος’ ή ‘Ρώκριτος’).

Πολλά έχουν γραφτεί για το πρόσωπο του Κορνάρου και για τη χρονολόγηση του έργου, πράγματα που συνδέονται. Κατά την επικρατούσα άποψη, ο Βιτσέντζος Κορνάρος (1553-1613/14) ήταν γόνος εξελληνισμένης αρχοντικής βενετικής οικογένειας, αδελφός του συγγραφέα Ανδρέα Κορνάρου, έγραψε δε τον Ερωτόκριτο λίγα χρόνια πριν πεθάνει, περί το 1610. Ωστόσο, ο Σπύρος Ευαγγελάτος υποστηρίζει ότι το έργο είναι μεταγενέστερο, ότι γράφτηκε περί το 1635, οπότε δεν μπορεί να το έγραψε αυτός ο Κορνάρος.

Το βέβαιο είναι πως ο Ερωτόκριτος άσκησε βαθύτατη επίδραση στη λογοτεχνία μας αλλά και στη ζωή, ιδίως στην Κρήτη, όπου υπήρχε κόσμος που ήξερε απέξω μεγάλα κομμάτια του έργου. Φίλη μου, που ζούσε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σε ορεινό και απομονωμένο χωριό του νομού Χανίων, μου έλεγε ότι η διασκέδαση που είχαν κορίτσια και κοπέλες ήταν να μαζεύονται στη βρύση τα βράδια και να απαγγέλλουν η μια μετά την άλλη κομμάτια του Ερωτόκριτου.

Γλώσσα του έργου είναι η κρητική διάλεκτος, αν και βέβαια οι Κρητικοί της εποχής δεν θα μιλούσαν έτσι ακριβώς -είναι, ας πούμε, πεποιημένη γλώσσα. Από τα αποσπάσματα που θα παραθέσω, θα πάρετε μια καλή ιδέα για το ιδιωματικό της περιεχόμενο.

Για να τιμήσω τη γιορτή των ερωτευμένων, διάλεξα δυο μεγάλα αποσπάσματα από το Α’ μέρος, που δείχνουν πώς παιδεύεται η Αρετούσα από τον έρωτα. Πήρα το κείμενο από τη Βικιθήκη αν και έκανα κάποιες αλλαγές με βάση το βιβλίο που έχω (σε επιμ. Στ.Αλεξίου από τη Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη). Ερμηνεύω στο πλάι τις λέξεις που χρειάζονται εξήγηση.

[Ο Ερωτόκριτος, γιος συμβούλου του βασιλιά της Αθήνας, έχει ερωτευτεί κρυφά την Αρετούσα, την κόρη του βασιλιά. Περνάει κάθε βράδυ έξω από το παραθύρι της και της κάνει καντάδα οπότε εκείνη τον ερωτεύεται]

ΑΡΕΤΟΥΣΑ
«Νένα, μεγάλη πείραξην έχω στο νου μου μέσα,
και τα τραγούδια κ’ οι σκοποί αξάφνου μ’ επλανέσα
και πεθυμώ και ραθυμώ* να μάθω, να κατέχω,                               *αδημονώ
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί, κ’ έγνοια μεγάλην έχω·
και τούτη η τόση πεθυμιά μού φέρνει σα λαχτάρα, 635
κι ως θυμηθώ πώς τραγουδεί, μου’ρχεται λιγωμάρα!
Μηδέ θαρρείς σ’ πράμ’ άπρεπον η πεθυμιά κινά με,
και κάλλιο να’πεσα νεκρή τούτην την ώρα χάμαι.
Μα ως ρέγομαι να του γροικώ, ήθελα να το μπόρου,                       *ορέγομαι, επιθυμώ
ποιός είναι να το εκάτεχα*, να τον εσυχνοθώρου. 640                * να το ήξερα
Γιατί, από τα τραγούδια του κι απ’ της αντρειάς τη χάρη,
αυτός θέ’ να’ναι απαρθινά* ψηλού δεντρού κλωνάρι·                 *αληθινά
γιατί σ’ ανθρώπους χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι,
πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι.
Μέσα μου λέγει ο λογισμός, πως τούτος ο αντρειωμένος 645
εισέ φωλιάν αρχοντική θέ’ να’ναι αναθρεμμένος·
και το δεντρόν οπού’καμεν ανθό έτσι μυρισμένο,
σε τόπον άξο κι όμορφο το’χουσι φυτεμένο.»

ΠΟΙΗΤΗΣ
23 ‘Τό να γροικήσει η Νένα τση τά’λεγε η Αρετούσα,
φαρμακεμένες σαϊτιές στο στήθος τση εκτυπούσα. 650
Κ’ εθώρειε μιά κακήν αρχή που’χει να φέρει πόνους,
που’χει να δώσει βάσανα με μήνες και με χρόνους.
Κ’ ήπασκεν* όσο το μπορεί να τηνε δυσκολέψει,                                 *πάσχιζε
να τση ξεράνει το δεντρό, πρίχου να το φυτέψει.

ΝΕΝΑ
Και λέγει τση· «Παιδάκι μου, ίντά’ναι τά δηγάσαι; 655
Δεν είσαι η Αρετούσα πλιο, άλλη λογιάζω να’σαι!
Και πού’ναι η φρονιμάδα σου, που σε θαυμάζαν όλοι,
κ’ ήσουνε βρύση τσ’ ευγενειάς και τση τιμής περβόλι;
Και πώς τα λέγεις τ’ άμοιαστα*, στο νου σου πώς τα βάνεις;                 *άτοπα
Πού τα’βρες τούτα τ’ άνοστα οπού μ’ αναθιβάνεις*; 660                  *αναφέρω
Ένας γιατί εξεσπάθωσεν κ’ ελάβωσεν τον άλλο,
και τραγουδεί και νόστιμα, τονε κρατείς μεγάλο;
Ποιος είναι σαν τον κύρη σου, και σαν εσέ, Αρετούσα;
και ποια παλάτια βρίσκουνται σαν τα δικά σας πλούσα;
Επά δεν είν’ ρηγόπουλοι, ουδ’ αφεντόπουλοι άλλοι· 665
Κερά μου, επά δε βρίσκουνται ωσάν εσάς μεγάλοι.
Επά όσοι κατοικούσινε εις τα περίγυρα, ούλοι,
σκλάβοι είναι του αφεντάκη σου, κ’ εσέ, κερά μου, δούλοι.
Και τούτοι οπού γυρίζουσι και νυκτοπαρωρούσι,                                   * βγαίνουν έξω τη νύχτα
και στέκουν εις τσι γειτονιές και παρατραγουδούσι, 670                *σιγοτραγουδούν
αμέριμνοι κι ανέγνοιαστοι είν’ τούτοι, θυγατέρα,
γιαύτος δεν έχου’ ανάπαψη ουδέ νύκτα, μηδέ μέρα.
Κι άλλος κιανείς δεν τους ψηφά, και του κακού λογούνται,
και πελελές* τσι κράζουσιν όσες τως αφουκρούνται.                        * τρελές
Και μη λογιάσεις και κιανείς, οπού’χει ανθρώπου χρήση*, 675            *αξία
εβγαίνει από το σπίτι του να νυκτοπαρωρήσει.
Μα κείνοι που δεν έχουνε πράματα μηδέ γνώση,
γυρίζου’, να βρεθεί κιανείς να τσι κακαποδώσει*.                              * δίνω ή βρίσκω κακό τέλος
«Κερά μου, σ’ τούτα που μιλώ, κάτεχε κ’ έχω πράξη,
κι ουδέ τον Έρωτ’ άφηκα ποτέ να με πατάξει. 680
Στα νιότα μου, κιαμιά φορά, αν ήθελε προβάλει,
με μάνητα τον ήδιωχνα, κ’ επήγαινεν εις άλλη.
Κ’ εγιάτρευγα με προθυμιά, με διχωστάς* ν’ αργήσω,                              * χωρίς
τσ’ Αγάπης τα πλανέματα, πριχού να την αρχίσω.
Τούτό’ναι σαν την αρρωστιά, που καίγει όντεν αρχίσει, 685
και κάνει χρεία πάραυτας να τη φλεγοτομήσει,                                   * φλεβοτομήσει
να μην αφήσει το κακό τσι φλέγες του να πιάνει,
το αίμα ν’ ανακατωθεί, να πέσει ν’ αποθάνει.
Κάθε κακόν, εις την αρχή, θέλει γιατρό, Αρετούσα,
κάθε φωτιά θέλει νερό, να πάψει την αφούσα*. 690                            * έξαψη
Άλλο δεν είν’ το γιατρικό του Πόθου, όντεν αρχίσει,
παρά ζιμιό* να βρει αφορμή να του ξελησμονήσει.                            * αμέσως
Να βάνει μες στο λογισμό, χίλιες φορές την ώρα,
ποιά’ν’ τση τιμής τα κέρδητα και τσ’ ευγενειάς τα δώρα.
Μηδέ θυμάσαι τραγουδιού, την παιδωμή* σου πάψε, 695                       * βάσανα
μέσα σ’ τση γνώσης την πυράν, ό,τι κι α’ μου’πες, κάψε.
Τούτη η αρχή, για σκιας* μικρή, εμένα δε μ’ αρέσει,                                   * έστω, τουλάχισοτν
γιατ’ είδαμε από γην ώς γη τον άνθρωπο να πέσει,
και να βαρεί* και να βλαβεί, στο’στερο** ν’ αποθάνει,                               * να χτυπήσει **ύστερα
κι άλλος να πέσει από γκρεμνό, να σηκωθεί, να γιάνει. 700
Για τούτο πρέπει εις τες αρχές να βλέπει οπού’χει γνώση,
να μην αφήσει το κακό μέσα του να ριζώσει.
Ετούτες οι κακές αρχές, που πίβουλα προδίδουν,
εις το κορμί, με τον καιρόν, πρίκες* και πάθη δίδουν.                            * πίκρες
Ετούτα οπού μου μίλησες, πλιο να σου τα γροικήσω, 705
πιάνω μαχαίρι να σφαγώ, να κακοθανατίσω.
Εγώ κατέχω, αφέντρα μου, ετούτα πού ξαμώνου*,                                     * πού καταλήγουν
και πόσο βλάψιμο βαστούν, πόσο φαρμάκι χώνου.
25 Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, ξύπνησε, ξεζαλίσου,
με συντροφιές ξεφάντωνε, μην είσαι μοναχή σου. 710
Και δε θωρείς τες αφεντιές που’χεις, και τα ρηγάτα,
μα εμπήκες σ’ έτοια δάσητα, κ’ εξέσφαλες τη στράτα;
Έβγα απ’ τα δάση σήμερο, γλήγορα ξεμπερδέσου,
κ’ εκείνα που σου γροίκησα, μην ξαναπείς ποτέ σου.»

[Ο βασιλιάς δοκιμάζει να πιάσει τον νυχτερινό τραγουδιστή, οπότε ο Ερωτόκριτος σταματάει τις καντάδες κάτω από τα παραθύρια της Αρετούσας. Βασανίζονται κι οι δυο από αυτή την απομάκρυνση. Η Νένα προσπαθεί να νουθετήσει την Αρετούσα, αλλά μάταια]

ΠΟΙΗΤΗΣ
Η Αρετούσα, να γροικά τά τσ’ ήλεγεν η Νένα, 925
απιλογιά τής ήδωκε με χείλη πρικαμένα·

ΑΡΕΤΟΥΣΑ
«Νένα μου, όντεν εγροίκησα τραγούδια και λαγούτα,
δεν όλπιζα ουδ’ εθάρρουν το να’ρθω στα μέτρα τούτα.
Μα δεν κατέχω να σου πω, το πώς και μ’ ίντα τρόπο
τα μέλη εκομπωθήκασιν*, κ’ εμπήκα σ’ έτοιον κόπο. 930                   * ξεγελάστηκαν
Αν ήθελα γνωρίσει πως στα πάθη κατακρούγω,
από την πρώτην ήφρασσα τ’ αφτιά, να μην του ακούγω.
Μα ελόγιασα να μην ψηφώ μηδ’ άλλους, μηδέ τούτο,
και μόνο περιδιάβαση* να παίρνω στο λαγούτο.                                   * διασκέδαση
Κι ως άγνωστη* εκομπώθηκα, κ’ επιάστηκα στο βρόχι, 935                     * άμυαλη
σαν όντε στένει ο κυνηγός, και την ολπίδα τό’χει
να’βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,
κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει-
έτσι εμπερδεύτηκα κ’ εγώ, και πάσκω*, και ξετρέχω,                               * πασχίζω, προσπαθώ
να’βγω από τέτοιον μπερδεμόν, και λυτρωμό δεν έχω· 940
κι ολημερνίς κι οληνυκτίς, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι,
το λαγουτάρη ανεζητώ, του τραγουδιού θυμούμαι.
Πάσκω, βουηθούμαι όσον μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,
μα την εξά* μού επήρανε, και πλιό δεν την ορίζω.                             * εξουσία
Μαγάρι* ας ήτον μπορετό, μαγάρι να το μπόρου, 945                          * μακάρι
ένα που δεν εγνώρισα, στο νου να μην εθώρου’!
Μα ολημερνίς κι οληνυχτίς κρίσην έχω μεγάλη,
και σγουραφίζω* στην καρδιά, ‘νούς** που δεν είδα, κάλλη.          * ζωγραφίζω **ενός
33 Και σοθετή* κι ωριόπλουμη εγίνη η σγουραφιά του,                               *συμμετρική, ταιριαστή
τη στόρηση* εσγουράφισα απ’ τα καμώματά του. 950                        * εικόνα
Ταχιά κι αργά* την-=ε θωρώ, πολλά όμορφος εγίνη…»                              * πρωί και βράδυ

ΝΕΝΑ
«Γροίκ’ ανοστιά, γροίκ’ αρρωστιά! Γροίκα δαιμόνου οδύνη!
Και δε λογιάζω και ποτέ στον κόσμο να’τον άλλη,
να μπήκε σ’ έτοιαν παιδωμή άφαντη και μεγάλη·
κι ουδέ να βρέθηκε κιαμιά, άνθρωπο ν’ αγαπήσει, 955
δίχως να τονε δει ποτέ και να τονε γνωρίσει.
Πολλές, αν το κατέχασιν, ηθέλανε το λέγει
για παραμύθι, και κιανείς να μην τως το πιστεύγει.»

ΑΡΕΤΟΥΣΑ
«Νένα, όντεν ανεθρέφουμου’ και κοπελιά ελογούμου,
παιγνίδια και κουτσουνικά* πάντά’βανα στο νου μου· 960                     * κούκλες
και μετ’ αυτά εξεφάντωνα κ’ επέρναν ο καιρός μου,
κι οπού’χε πει να τ’ αρνηθώ, ήτον αντίδικός μου.
Και κάθ’ αργά, ως πράμ’ ακριβό στο μόσκο ήβανά τα,
και στα χρουσά και στ’ αργυρά εμοσκοφύλασσά τα·
και το ταχύ, πρι’ σηκωθώ, και πρι’ ντυθώ άτιες*, Νένα, 965                         * ακόμα και
στο στρώμα μού τα φέρνασι, κ’ εθώρουν τα έναν ένα·
κ’ είχα μεγάλην παιδωμή με τα κουτσουνικά μου,
κείνά’χα για παρηγοριάν, κείνά’σαν η χαρά μου.
«Κι ωσάν ακρομεγάλωσα, το γάζωμα ήρεσέ μου,
δεν ήφηνα το ράψιμο, ταχιά κι αργά, ποτέ μου. 970
Με ράψιμο, με γράμματα, και με κοντύλι, Νένα,
αγάπου κι εις ψιλότητες* οι λογισμοί μου εμπαίνα.                           * ψιλοδουλειές, περίτεχνα πράγματα
Κατέχω το, πόσες φορές μου’λεγες· «Θυγατέρα,
ίντα το θες το διάβασμα το τόσο, νύκτα-ημέρα;
Ίντ’ όμορφα κ’ ίντα καλά βρίσκεις αυτού γραμμένα, 975
και δε σου αρέσει, μηδέ θες, πράμα άλλο πλιό κιανένα;»
Κ’ εγώ’χα τόση πεθυμιά, πούρι* μεγάλο πράμα,                                    * αλήθεια, άραγε
να βάνω στο προσκέφαλο κάθε βραδύ το γράμμα·
τό’χα ξυπνήσει, εφώνιαζα· «Κιαμιά, φωτιά ας μου φέρει!»
κ’ εσύ πολλά εβαριούσουν το, Νένα, το καλοκαίρι· 980
συχνιά μου παραμάνιζες*, κ’ ήλεγες πως σε κάνω                                   * παραθύμωνες
να βάλεις τα βιβλία μου εις τη φωτιάν απάνω.
Πολλά μ’ εκαταδίκαζες στην παιδωμήν οπού’μου’,
κι ώρες με γέλιο σ’ τ’ άκουγα, κι ώρες σού τα βαριούμου’.
«Μα εδά μηδέ το ράψιμο, κουτσούνα, ουδέ κοντύλι 985
έγνοια κιαμιά μού δίδουσι, μα πρικαμένα χείλη.
Εδά γροικώ άλλη παιδωμήν, εδά γροικώ άλλη ζάλη,
επάψασι όλες οι μικρές, κ’ ηύρε με μιά μεγάλη.
Το ράψιμο έχω αντίδικο, το γράμμαν έχω οχθρό μου,
και το σκοπόν παρηγοριά, και τη φωνή γιατρό μου. 990
Και μη θαρρείς και πεθυμώ πράμα που να μη μοιάζει,
γή άφαντα κι άσκημα ποτέ ο νους μου να λογιάζει.
Πρι’ παρά πράμα βουληθώ, οπού κιανείς το ψέγει,
κάλλια νεκρή πολλ’ άσκημην η μάνα να με κλαίγει.
Αρέσει μου και πεθυμώ να δω το λαγουτάρη 995
οπού’χει τόσην αντρειάν, οπού’χει τόση χάρη.
Κι ως τον-ε δω, αναπεύγεται η πεθυμιά μου η τόση.
Δεν είμαι τόσο αφορμαρά*, μα’χω δαμάκι** γνώση.                   * τρελή **λίγο
Μα πούρι αν είν’ και μέλλει μου σ’ τούτα τα πάθη να’μαι,
Ήλιε μου, δος μου θάνατο, κ’ ελεημοσύνη κάμε! 1000
Την πρώτην οπού τ’ άκουσα κ’ ήπαιζεν το λαγούτο,
ποτέ μου δεν το λόγιαζα να’ρθω στο μέτρο τούτο.
Μα τα τραγούδια πό’λεγεν, κι οπού χαρά μού φέρνα’,
ήσαν προδότες πίβουλοι και την εξά μου επαίρνα’.
Το περασμένο κάμωμα της αντρειότης, πάλι, 1005
μου πλήθυνεν την πείραξη, μου πλήθυνεν τη ζάλη.
Αυτός δεν είν’ μηδέ στραβός, μηδέ ζουγλός*, Φροσύνη,                       * ανάπηρος
και μαρτυρά και λέγει το, το πράμαν οπού ‘γίνη.
Οπό’χει έτοια μποδίσματα, δεν πολεμά με δέκα·
γνωρίζεις το κ’ εσύ καλά, κι ας είσαι και γυναίκα.» 1010

Επειδή όμως δυο μέρες μετά τον Αγιοβαλεντίνο έχουμε Τσικνοπέμπτη, καλό είναι να θυμίσουμε και μια εντεψίζικη, παναπεί άσεμνη, και αυστηρώς ακατάλληλη δι’ ανηλίκους παρωδία του Ερωτόκριτου από τον Γ. Σεφέρη που μπορείτε να τη βρείτε εδώ. (Δεν μεταφέρω εδώ το κείμενο διότι τεχνικά είναι κάπως δυσκολο, ασε που με διαβάζει και η μαμά μου).

 

 




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.