Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Όταν μάθανε οι γύρω μου πως θα φύγω στη θάλασσα, εξεπλάγησαν στην αρχή και μετά άρχισαν τις συμβουλές. Από όλα που άκουσα, θυμάμαι μόνο εκείνη του θείου μου, μάγειρα στα καράβια από το ’48 μέχρι το ‘85-86, όταν με απόβγαλε στο αεροδρόμιο (στο Ελληνικό):

«Γιά δε, σ΄όλα τα πόρτα, παντού μπαλονάκι και είσαι κύριος».

‘Ήταν ο μόνος που δεν ανησυχούσε.

«Γράμματα ξέρεις, εγγλέζικα ξέρεις, σου κόβει, ίντα να φοβάσαι. Το μόνο, να φορείς μπαλονάκι».

Τότε κατάλαβα πως μιλούσε για προφυλακτικό.

Εγγλέζικα ήξερα, πήρα και δυό λεξικά μαζί μου καλού κακού. Το Divry’s  και το Oxford.  Άμα είδε ο καπετάνιος το Oxford,  μου λέει:

«Εμείς, Γιώργη είμαστε του Καρδαμύλιαν Γιουνιβέρσιτι και τα μάθαμε όπως μπορέσαμε»

Κι έτσι ανέλαβα τις συνεννοήσεις με τις αρχές, αλληλογραφία και άλλα «γραμματιζούμενα», παράλληλα με το ματσακόνι και τα λοιπά του τζόβενου. Καλό μού έκανε, καί μάθαινα καί έγραφα υπερωρίες γράφοντας.

Το θέμα όμως ήταν ότι, με το μη Ελληνικό πλήρωμα, έπρεπε να μιλάς βαπορίσια εγγλέζικα για να σε καταλαβαίνουν. Πιο πολλά θα καταλάβαιναν αν μιλούσες σκέτα ελληνικά, που, με τα χρόνια τα μάθανε, παρά αγγλικά του βιβλίου. Το αντιλήφθηκα όταν ήρθε ένας λοστρόμος που ήτανε 20 χρόνια εργοδηγός- αρμαδόρος  στα ναυπηγεία της Σύρου, μέχρι που κλείσανε κι έμεινε  άνεργος, με μετεκπαίδευση στην Αγγλία, πού ήξερε όλο το βαπόρι (και) στα Αγγλικά και πήγε να πει στο  πλήρωμα της κουβέρτας, Φιλιππινέζους και Ινδονησιάνους

«Bring the scrapers, the chippers and the brooms» και τον κοιτούσαν σαν χαζοί.

«Ε, και πώς διάολο να τους πω να φέρουνε τις ξύστρες και τα ματσακόνια;» μου λέει.

Έλαμψαν τα μάτια τους.

« Α, a, xistra, matsakoni» και πήγαν και τα ‘φεραν και κοίταζε εκείνος σα χαζός.

Οπότε η γλώσσα συνεννόησης ήταν ένα μίγμα απλών λέξεων στα αγγλικά με ελληνική βαπορίσια ορολογία και κατάλληλη χρήση του ρε.

«Slack the κάβο, ρε Rohelio».

Ένα άλλο ζήτημα ήταν η δική τους προφορά. Δεν είχαν φ, το πρόφεραν p, το θ το έλεγαν t , το χ παλεβότανε σαν kh.

Την τρίτη – τέταρτη μέρα μου στο βαπόρι, μου φωνάζει ένας ναύτης Ινδονησιάνος από την άλλη άκρη της κουβέρτας:

«Come, come τρίι».

‘Ήμαστε μεσοπέλαγα.

«Where tree ρε;» και του ‘δειχνα γύρω τη θάλασσα.

«No, no, number τρίι» να πάω στο 3 αμπάρι.

‘Όταν απόκτησα αρκετή οικειότητα, πείραζα τον πιο αγγλομαθή Φιλιππινέζο για την προφορά του λέγοντας:

«Πακ -οπ Πιλιπίνο» (Ήξερε πιο καλά αγγλικά από μένα, άλλα όταν μιλούσε γρήγορα ήταν κι αυτός «τρί ο κλοκ») κι εκείνος μου απαντούσε «Oh, shut-up you monkey» επειδή είμαι τριχωτός κι εκείνος φορμάικα.

«Only monkeys have hair from the head to their toes»

«If they see us together, which one they call monkey?» ανταπαντούσα και πήγαινε έτσι μέχρι που έβριζε ο καθένας στη γλώσσα του και μετά βάζαμε τα γέλια.

Οι Φιλιππινέζοι μεταξύ τους μιλούσαν, φυσικά, φιλιππινέζικα. Τέλος πάντων, αυτό καταλάβαινα γιατί κουβέντιαζαν κανονικά και γρήγορα, με έναν ήχο που μου θύμιζε μηχανή που γαζώνει δέρματα, ίσως από την πληθώρα λέξεων με στιγμιαία σύμφωνα. Οι Ινδονησιάνοι όμως είχαν προβλήματα συνεννόησης καί μεταξύ τους με τις πολλές διαλέκτους, σε σημείο που κάποιοι έκαναν το διερμηνέα στους άλλους.  Μεταξύ των δύο εθνοτήτων οι συζητήσεις γινόταν στα αγγλικά (βαπορίσια), ισπανικά (της λατίνας) ή σ΄ έναν αχταρμά αγγλοισπανοελληνικών. Άλλωστε, δεν ήταν και πρώτοι φίλοι, και οι κουβέντες ήτανε κυρίως (για να μην πω μονάχα) απάνω στη δουλειά. Ακριβώς όπως οι μετανάστες από διαφορετικά έθνη στην ίδια χώρα. Προτιμούσαν τους δικούς τους, αντιπαθούσαν τους άλλους (πάνω στη λογική «μας παίρνουν τις δουλειές») και όλοι μαζί στραβοκοιτούσαν τους Έλληνες του κατώτερου πληρώματος (αν υπήρχαν). Υπήρχε και η διαφορά στη θρησκεία. Οι Φιλιππινέζοι είναι καθολικοί, οι Ινδονησιάνοι μουσουλμάνοι, με ότι συνεπάγεται σε θέματα φαγητού, προσευχής, κλπ. Κι ακόμα δεν είχαν αρχίσει οι «ιεροί πόλεμοι» του 21ου αι. Οι Φιλιππινέζοι ήταν πιο ναυτικοί, οι Ινδονησιάνοι πιο υπάκουοι εργάτες. Οι Φιλιππινέζοι ήξεραν πιο καλά αγγλικά και ισπανικά, λόγω αποικιοκρατίας φυσικής ή/και οικονομικής και ήταν πιο «πολιτισμένοι» (= πιο δυτικότροποι). Οι Ινδονησιάνοι, ιδίως οι πρωτόμπαρκοι, είχαν θέματα γλώσσας και ήταν από χωριά, αγρότες και ψαράδες.

Για τους (πιο πολλούς) Έλληνες  και οι δύο ήταν από τις κατώτερες φυλές, ενώ εμείς κρατούσαμε τον παπά απ’ τ’ αρχίδια μια που το βαπόρι ήταν Ελληνικής πλοιοκτησίας, λες κι ήταν δικό μας. Οι Έλληνες αξιωματικοί είχαν και το αξιωματικιλίκι, σαν να μην έκαναν τζόβενα ή κατώτερο πλήρωμα, τη στιγμή που οι πιο πολλοί ήταν πρακτικοί (δηλ. έγιναν ανθυποπλοίαρχοι, γραμματικοί, τρίτοι και δεύτεροι μηχανικοί, από ναύτες και λαδάδες, με τα χρόνια υπηρεσίας). Οι όσοι Έλληνες του πληρώματος, ήταν στραβωμένοι γιατί προτιμούσαν σε δουλειές με υπερωρίες τους «μαύρους», κι ας δούλευαν πιο πολύ, πιο καλά, ήταν και μικρόσωμοι και πολύ πιο ευλύγιστοι για τα δύσκολα σημεία. Επιπλέον, κι ας μην το καταλάβαιναν οι δικοί μας, αυτοί ήταν πιο καλοπληρωμένοι από τους Έλληνες, παρόλο που έπαιρναν πολύ λιγότερα σε ποσό, γιατί στα μέρη τους ήταν 5 με 10 φορές τον εκεί βασικό μισθό, ενώ του αντίστοιχου Έλληνα ήταν 2 – 3 φορές πάνω από το ελληνικό μηνιάτικο. Το τι είχα ακούσει που τους προτιμούσα για παρέα, ιδίως όταν έγινα ανθυποπλοίαρχος, ένας θεός το ξέρει.

«Τι  θες εσύ με τους μαύρους;»

«Πολύ με τα  γατιά κάνεις παρέα, μπας και, θε μου φύλαε;»

«Αυτοί κατεβήκαν από τα δέντρα για να μπαρκάρουνε»

«Αυτωνών οι παππούδες είχαν ουρές» (!)

Εγώ προτιμούσα να μού λένε για τα μέρη τους, για τόπους που είχαν πάει, για τα βαπόρια που κάνανε, για οτιδήποτε παρά να ακούω κουτσομπολιά από τη Χίο, ποιανού η γυναίκα, η κόρη, η ξαδέρφη γαμήθηκε, θάψιμο όποιου δεν ήταν παρών, πολιτικολογίες του κώλου, φιλοσοφίες της πούτσας, από ανθρώπους πού ζούσαν αποσπασματικά τα γεγονότα, μια και τα ¾ της ζωής τους έλειπαν. Δεν ήταν όλοι έτσι, αλλά την ανία του μεγάλου ταξιδιού και της ράδας την διαχειριζόμουν καλύτερα κάνοντας παρέα με μη Έλληνες. Άλλη οπτική γωνία, βρε αδερφέ. Ά, και δεν άκουγαν ελληνικά σκυλάδικα εντός και εκτός πλοίου.

Από κείνα που μου έκαναν εντύπωση, ήταν, όταν περάσαμε από Ελληνικά νερά, και πήραμε φρούτα, πώς τρελαίνονταν για μήλα και ροδάκινα που εμείς τα ψιλοπεριφρονούσαμε. Τάβαλα κάτω και είδα πως για κείνους αυτά είναι τα εξωτικά φρούτα κι όχι οι μπανάνες,  οι ανανάδες και τα μάνγκο.

Εκεί που όλοι συμφωνούσαν, ήταν στις βρισιές. Όταν τσακώνονταν βρίζονταν στα ελληνικά. Κάποια φορά, σε ένα ψιλοκαυγά, ακούω ένα λαδά να βρίζει: «pousti, …gamisou, gamo panagia sou, …proi-proi, …kristo sou» και απόρησα: «Το πρωί-πρωί είναι βρισιά;» Μετά έμαθα ότι, κάθε πρωί οι λαδάδες, καθαριστές κλπ της μηχανής έλεγαν στο 2ο μηχανικό «Good morning, Chief» κι εκείνος τους απαντούσε «Αει γαμήσου πρωί-πρωί» οπότε το πέρασαν στη μνήμη τους σαν ελληνική βρισιά.

Επίσης συμπαθούσαν τις Ελληνικές γιορτές, Χριστούγεννα και Πάσχα λόγω φαγητού (το αρνί το τρώνε όλοι) και κυρίως  ποτού. Οι Φιλιππινέζοι ως καθολικοί δεν είχαν θέμα παρά τις διαφορετικές ημερομηνίες του Πάσχα. Τα Χριστούγεννα, οι μουσουλμάνοι τα προσπερνούσαν με το πρόσχημα του καινούργιου χρόνου, πλην ενός που τα περίμενε. Αυτός τότσουζε άμα τόβρισκε και, γενομένης συζήτησης μου λέει:

«Krismas very good kapita-Yor»

«You muslim, why very good?»

«The bread with the coin, very good»

Την τελευταία πρωτοχρονιά, τούπεσε το φλουρί στη βασιλόπιτα, που ‘χε 100 δολάρια μπόνους οπότε… «κρίσμας βέρι γκούντ».

Κατόπιν η εταιρεία αποφάσισε πως δεν πρέπει να έχει πολλούς από την ίδια φάρα, για να μην γίνονται κλίκες και προστριβές κι έτσι στο επόμενο βαπόρι είχαμε και Ρώσους και Ρουμάνους και Σαλβαδοριάνους, πέρα από τους Ασιάτες. Για μένα βέβαια ήταν λαχείο. Πολιτισμικό νταμάρι.

 

Με τους Έλληνες πακιαρίστηκα πιο πολύ, όταν έγινα ανθυποπλοίαρχος γιατί ως νέος έκανα τη βάρδια 8 με 12 το πρωί και το βράδυ. Εκεί στη γέφυρα, είχα το πρωί τον καπετάνιο και αν δεν είχε δουλειά το μαρκόνη (ο ασύρματος ήταν πίσω από τη γέφυρα στο πιο ψηλό ντεκ) και το βράδυ τον καπετάνιο, τον πρώτο, το δεύτερο, τους δόκιμους κι όποιον ήθελε να έρθει για βεγγέρα πριν πέσει για ύπνο. Όχι βέβαια όλους μαζί αλλά σπάνια έμενα και μόνος με το ναύτη πριν  τις 10μιση – 11 η ώρα. Εκεί ακούς ιστορίες. Από τις πολλές και διάφορες, μια μόνο μού ‘μεινε ύστερα από 22 – 23 χρόνια.

 

Συχνά στα λιμάνια, ειδικά στα εκτός Ευρώπης και Β. Αμερικής, το βαπόρι περιμένει αγκυροβολημένο έξω από το λιμάνι, στη ράδα, να έρθει η σειρά του να μπει για να φορτώσει ή να ξεφορτώσει. Αυτή η αναμονή μπορεί να κρατήσει από μερικές ώρες μέχρι και μήνες. (Στο Λάγος της Νιγηρίας, στα μέσα και τέλη της δεκαετίας του 70, υπήρξαν άνθρωποι που μπήκαν στο βαπόρι ενώ ήταν στη ράδα και ξεμπάρκαραν κι ακόμα το βαπόρι ήταν στη ράδα. 6 μήνες, 8 μήνες ράδα- δεν είναι υπερβολή). Εγώ έχω κάνει 42 μέρες στο Καράτσι του Πακιστάν, μετά από 40 μέρες ταξίδι, γιατί πέσαμε στο Ραμαζάνι.

Εκείνες τις ατελείωτες μέρες παραμονής στη ράδα, συνηθίζεται να ψάχνουν οι αξιωματικοί της γέφυρας στο VHF, για κανένα άλλο ελληνικό βαπόρι κι αν βρεθεί, δημιουργούνται γνωριμίες μέσω της κουβέντας. Άσε που μπορεί να βρεις και γνωστό και συγγενή ακόμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, δυο καπετάνιοι, γνωρίστηκαν από το VHF, είχανε κάθε βράδυ κουβέντα, αντάλλασαν πληροφορίες, διηγούνταν ιστορίες (καλή ώρα) μέχρι πού μετά από ένα – ενάμιση μήνα περίπου ήρθε η ώρα να μπουν στο λιμάνι. Τότε, έχοντας γίνει σχεδόν φίλοι, συμφώνησαν το βράδυ του κατάπλου, όταν πια θα έχουν ξεμπερδέψει με όλα τα διαδικαστικά, να βρεθούν κι από κοντά να πιούνε κι ένα ποτήρι.
« Λοιπόν, στις εννιά στην πύλη, ΟΚ;»
« OK! Και πώς θα σε γνωρίσω;»
« Εύκολα. Είμαι κοντός με κοιλιά και έχω και φαλάκρα.»
« Όμορφα σινιάλα έχεις…»
« Άντε ρε γαμήσου, που θα με κοροϊδέψεις κι από πάνω» (ακολούθησε αλληλοχέσιμο και δεν συναντήθηκαν ποτέ…)

 

Τα άλλα μου συνέβησαν σε διάφορους τόπους και χρόνους.

Το πίσω μέρος της γέφυρας είναι ο χώρος με τους χάρτες, το chart room και χωρίζεται από αυτήν με βαριές κουρτίνες, επειδή είναι φωτισμένο ώστε να βλέπεις το χάρτη ενώ η κυρίως γέφυρα το βράδυ είναι σκοτεινή για να βλέπεις έξω. Τη μέρα οι πλαϊνές κουρτίνες είναι συνήθως ανοιχτές. Ένα πρωινό γύρω στις 9, είμαστε στο πέλαγο με πορεία περίπου ανατολική και τον ήλιο χαμηλά και κατάπλωρα να μας φέγγει σαν προβολέας. Ο καπετάνιος τσιγκρωμένος πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά του ήλιου, πού και πού έβαζε και το χέρι αντήλιο, αν νόμιζε ότι είδε κάτι, όταν μπαίνει ο μαρκόνης, μ΄ένα τηλεγράφημα από το γραφείο για ένα πιθανό ναύλο όπου του ζητούσαν να υπολογίσει μέρες και καύσιμα. Όπως ήτανε, μπαίνει στο chart room και τον ακούω να φωνάζει:

«Το φως μου! Έχασα το φως μου! Εγκεφαλικό!»

Σαλτάρω μέσα και τον βλέπω ακίνητο κι άφωνο, τον δε μαρκόνη να έχει γονατίσει κάτω και να ψελλίζει μέσα σε λυγμούς γέλιου:

«Ε, βγάλε τα γυαλιά»

Με πήραν και μένα τα χάχανα. Ο καπετάνιος, μας αγριοκοίταξε και τους δυό, πήρε γρήγορα γρήγορα τους χάρτες που ήθελε και έφυγε λέγοντας:

«Πάω κάτω να τα λογαριάσω  με ησυχία».

Όπως έλεγα και παραπάνω , ο ασύρματος ήταν πίσω από τη γέφυρα κι όταν μιλούσε ο ασυρματιστής με κάποιον, όπως κι όταν τηλεφωνούσες, ακουγόταν όλα μέσα στη γέφυρα .

Μια δόση, ακούμε με τον καπετάνιο, τα βουητά και τα σφυρίγματα του ασύρματου και τη φωνή του μαρκόνη:

«Έλα Παντελή, ο Παντελής είμαι..»

Ο καπετάνιος σκυθρώπιασε και μου λέει:

«Πάει ο μαρκόνης, τα ‘παιξε. Άνοιξε τον ασύρματο και μιλά μονάχος του. Ίντα θα γίνομε…»

Ο μαρκόνης εξακολουθούσε να μιλάει για το ταξίδι και σε ένα δυό λεπτά,  χαιρέτησε κι έκλεισε.

Ο καπετάνιος συγκρυαζόταν, μέχρι που μπαίνει ο μαρκόνης γελαστός:

«Ξέρεις με ποιόν μιλούσα τώρα; Με τον Παντελή τον ΧΧΧΧΧ από το Golden Shimizu. Είναι έξω από το Puerto Quetzal και κατεβαίνουνε για Χιλή. Σου στέλνει χαιρετίσματα».

Δέκα δεκαπέντε δευτερόλεπτα μετά, ο καπετάνιος έσκασε μισό χαμόγελο ενώ εγώ ήδη σκούπιζα τα δάκρυά μου.

«Και …ποιος είναι τώρα καπετάνιος στο Shimizu;»

Ένα από τα πολλά λιμάνια πού είναι σε ποτάμι, είναι εκείνο της Savannah, στη Georgia των ΗΠΑ. Τότε ήμουνα ο ανθυποπλοίαρχος που θα έκανε το δέσιμο της πρύμης. (Στο βαπόρι έχει δύο ανθυποπλοίαρχους. Στο δέσιμο και το λύσιμο, ο ένας είναι στη γέφυρα με τον καπετάνιο κι ο άλλος στην πρύμη με τους μισούς ναύτες. Στην πλώρη είναι ο γραμματικός με το λοστρόμο και τους άλλους μισούς). Καθώς κατέβαινα από την καμπίνα για το καπνιστήριο που περίμεναν οι ναύτες μου να πάμε πίσω, συναντώ ένα τρίτο που τον ξέραμε με το παρατσούκλι μαστρο-κοάλα. Πραχτικός τρίτος, από λαδάς, σχεδόν εξηντάρης, κοντός, στραβοκάνης, αργός, μελαχρινός, με λοξά ματάκια, ίδιος κοάλα. Εκείνος κατέβαινε για τη μηχανή και συναντηθήκαμε στη σκάλα.

«Πώς το λένε το λιμάνι που μπαίνομε;» (Είχε δίκιο να μην το ξέρει, γιατί είχαμε έξη λιμάνια εκφόρτωσης στην Αμερική σ΄ εκείνο το ταξίδι)

«Σαβάνα»

«Τα πούρα της (Σ)αβάνας εδώ τα φτιάχνουνε; ‘Άμα είναι να πάρουμε κανένα»

«…»

 

Ένα άλλο μεγάλο ποταμίσιο λιμάνι είναι της  Guangzhou στη νότια Κίνα. Της παλιάς Καντόνας. Για να φτάσεις εκεί μπαίνεις στον ποταμό Τζου Τζιανγκ που εκβάλλει μεταξύ Χονγκ Κονγκ και Μακάο. Πλησιάζοντας στις ακτές της Κίνας, όπως και κοντά σε κάθε στεριά, το πρώτο που ελέγχει, όποιος δεν έχει δουλειά την ώρα εκείνη, είναι να δει αν πιάνει τίποτα η τηλεόραση. Δεν έχει σημασία η γλώσσα ή το τι παίζει, φτάνει να ακουστεί μια άλλη φωνή και να δεις μια άλλη μούρη, διαφορετική από τις δικές μας κι από τις βιντεοκασέτες που τις είχαμε μάθει απόξω. Έτσι κι εκεί. Μόλις φάνηκαν στεριές, από τη μπούκα του καναλιού, άρχισε η σάρωση μήπως και πιάσει σήμα. Υπήρχε και η περιέργεια για την άγνωστη Κίνα και όλοι ήθελαν μια πρόγευση. Πολλοί δεν είχαν ξαναπάει αν και χρόνια ναυτικοί, γιατί η εταιρεία είχε τα νταραβέρια της στη Λατίνα (Κεντρική και Νότια Αμερική) και πολλοί έψαχναν τέτοια μπάρκα για την πλούσια πανίδα και χλωρίδα των λιμανιών της. Όλοι, μαθημένοι σε κείνα τα μέρη, ήξεραν τις γλώσσες και τα κατατόπια αλλά για τα κρίματά τους βρεθήκανε στο βαπόρι που γύριζε τον κόσμο  και μόνο από κει δεν περνούσε. Άλλοι είχανε να ‘ρθούνε από τον καιρό του Μάο και θέλανε να δούνε πως είναι τώρα ( ’94 –’95).

Το Χονγκ Κονγκ ήταν ακόμα εγγλέζικο και το Μακάο πορτογαλικό. Έτσι περνώντας ανάμεσά τους, πιάσαμε το πρώτο σήμα στην τηλεόραση και βλέπουμε έναν κινέζο με σκούρο κουστούμι να εκφωνεί ειδήσεις. Δίπλα μου καθότανε ένας μπαρμπα-ναύτης της Λατίνας. Μόλις είδε τον παρουσιαστή, σηκώθηκε πήγε κοντά στην τηλεόραση δυνάμωσε τη φωνή και μετά σταυροκοπήθηκε

«Έλα παναγιά μου! Βραζιλιάνικα μιλάν οι Κινέζοι;»

 

Όμως η Κίνα και οι Κινέζοι της είναι υλικό για άλλη ιστορία…




from Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.